Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Χρήσιμες απαντήσεις για την επίσχεση εργασίας

 Τι είναι η επίσχεση εργασίας;




Στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης δεν καταβάλλει στον εργαζόμενο τον μισθό, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έχει συμφωνηθεί στην μεταξύ τους σύμβαση εργασίας η καταβολή του ή σε περίπτωση έλλειψης ιδιαίτερης συμφωνίας κατά το τέλος κάθε μήνα, καθώς και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (εκτός από τον μισθό και τις λοιπές αποδοχές, αξίωση για να ληφθούν μέτρα ασφαλείας ή για την προστασία της ζωής και της υγείας του) ο εργαζόμενος δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του, μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την δική του υποχρέωση, ασκώντας το απορρέον από τις διατάξεις των άρθρων 325 επ ΑΚ δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας. Σ` αυτή την περίπτωση, αναστέλλεται στην πράξη η εργασιακή σχέση, γεγονός το οποίο εμπίπτει στην σφαίρα ευθύνης του εργοδότη, ο οποίος καθίσταται υπερήμερος και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση του περί παροχής εργασίας, δικαιούμενος παράλληλα τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα αποχής του από την εργασία του μέχρι την καθολική εκπλήρωση από τον εργοδότη των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών αξιώσεων που διατηρεί εναντίον του ο εργαζόμενος. Αν ο εργοδότης στο διάστημα αυτό καταγγείλει την σύμβαση εργασίας, λόγω της επίσχεσης λήγει η υπερημερία του και δεν οφείλει αποδοχές για το διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και εφεξής.



Ποια είναι η διαδικασία;



Η επίσχεση εργασίας είναι ατομική διαδικασία. Χρειάζεται να συμπληρωθεί η φόρμα που έχει αποσταλεί, να κατατεθεί στη διεύθυνση εργασίας (όχι στο σχολείο) καθιστώντας έτσι τον εργοδότη υπερήμερο. Απλή άρνηση εργασίας δεν αρκεί, γιατί κινδυνεύει να εκληφθεί ως παραίτηση από τη θέση.

Η επίσχεση εργασίας δύναται να ασκηθεί και συλλογικά, υπό την προϋπόθεση ότι συμπληρώνονται σε κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος (ήτοι, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση). Σ’ αυτή την περίπτωση, για την αποφυγή της σύγχυσης συλλογικής επίσχεσης εργασίας με την αδέσποτη απεργία συμπληρώνεται από κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά η φόρμα ατομικής επίσχεσης και συρράπτονται η μία πίσω από την άλλη ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο κείμενο (σωρευτική υποβολή).



Ποια είναι τα καθήκοντά μας όταν προχωρήσουμε σε επίσχεση εργασίας;




Για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η επίσχεση – είναι υπερήμερος ο εργοδότης δεν πηγαίνουμε στο σχολείο, χωρίς να χάνουμε για αυτό το χρονικό διάστημα τα δεδουλευμένα.



Πότε είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψουμε στο σχολείο;




Επιστρέφουμε στο σχολείο στην περίπτωση που η επίσχεση βγει από τα δικαστήρια καταχρηστική, υπό την έννοια ότι ασκείται κακόπιστα και ενάντια στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Επίσης επιστρέφουμε στο σχολείο αν και όταν καταβληθούν τα δεδουλευμένα μέχρι και του προηγούμενου μήνα. Για παράδειγμα αν στις 28 Δεκεμβρίου καταβληθούν τα δεδουλευμένα και του Νοεμβρίου πρέπει να επιστρέψουμε στο σχολείο. Αν όμως τα δεδουλευμένα του Νοεμβρίου καταβληθούν στις 3 Ιανουαρίου για να επιστρέψουμε στο σχολείο πρέπει να καταβληθούν και τα δεδουλευμένα του Δεκεμβρίου



Υπάρχουν δυσμενείς επιπτώσεις από την επίσχεση εργασίας;


Υπάρχει το ενδεχόμενο η επίσχεση εργασίας να βγει καταχρηστική από τα δικαστήρια. Σε αυτή την περίπτωση είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψουμε στο σχολείο. Αυτή είναι η μία περίπτωση. Δεν τίθεται ζήτημα απόλυσης παρά μόνο στην περίπτωση που ενώ θα πρέπει να επιστρέψουμε στο σχολείο (ικανοποίηση των αιτημάτων μας, καταχρηστική η επίσχεση εργασίας) δεν το κάνουμε.

Ο λόγο που ζητάμε, λοιπόν, μια εικόνα για το ποιοι συνάδελφοι διατίθενται να προχωρήσουν σε επίσχεση είναι γιατί σίγουρα η μαζικότητα είναι από τους παράγοντες που θα επηρεάσουν το αν η επίσχεση θα βγει καταχρηστική ή όχι.. Επειδή, οι συναπτόμενες συμβάσεις είναι συμβάσεις ορισμένου χρόνου δύναται να καταγγελθούν για σπουδαίο λόγο, πλην όμως η επίσχεση εργασίας αποτελεί δικαίωμα του εργαζόμενο και όταν δεν ασκείται καταχρηστικά δεν δύναται να αποτελέσει σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από πλευράς εργοδότη.





Υπάρχουν άλλες επιπτώσεις σε σχέση με το διορισμό, την προϋπηρεσία, κλπ




Άλλη επίπτωση δεν υπάρχει. Ούτε ότι δε μπορεί να δώσει ΑΣΕΠ – διοριστεί συνάδελφος που έκανε επίσχεση, ούτε πετάγεται εκτός πινάκων για την επόμενη χρονιά, ούτε του κόβουν μόρια, ούτε δεδουλευμένα, ούτε ένσημα.



 Μπορούν να προχωρήσουν σε επίσχεση εργασίας συνάδελφοι που τους έχουν καταβληθεί τα δεδουλευμένα του Σεπτεμβρίου;



Μπορούν ακόμα κι αν τους έχουν καταβληθεί και τα δεδουλευμένα του Οκτωβρίου



 Όσοι δεν έχουν κληθεί ακόμα από τις διευθύνσεις να υπογράψουν σύμβαση μπορούν να προχωρήσουν σε επίσχεση;

Στην επίσχεση καταγγέλλουμε την πραγματική παροχή εργασίας και όχι τη συμβατική. Ως εκ τούτου μπορούν να κάνουν επίσχεση και όσοι δεν έχουν υπογράψει σύμβαση, ενώ δεν μπορούν εργαζόμενοι που ενώ έχουν υπογράψει σύμβαση δεν πηγαίνουν στη δουλειά τους.

Παρόλα αυτά, είναι καλό να πιέσουμε τις διευθύνσεις για να προχωρήσει η διαδικασία υπογραφής των συμβάσεων, συμβάσεων με τα χαρακτηριστικά που έχουμε αναφέρει.



 Σε επίσχεση εργασίας μπορούν να προχωρήσουν μόνο οι αναπληρωτές πλήρους ωραρίου;





Όχι μόνο οι πλήρους. Σε επίσχεση εργασίας μπορούν να προχωρήσουν ακόμα και οι αναπληρωτές μειωμένου ωραρίου. Ό,τι ισχύει για την πλήρη απασχόληση ισχύει και για την μερική.



 Μπορούμε να προχωρήσουμε σε επίσχεση εργασίας εφόσον η σύμβαση δεν αναγράφει ημερομηνία πληρωμής;




Η σύμβαση δεν αναγράφει ημερομηνία πληρωμής, αναφέρεται όμως σε μηνιαίες αποδοχές. Βεβαίως, αν δεν αναγράφει ημερομηνία πληρωμής, ο μηνιαίος μισθός είναι ληξιπρόθεσμος και απαιτητός κατά τον χρόνο κατά τον οποίο συνηθίζεται να καταβάλλεται στο συγκεκριμένο επάγγελμα ή στην συγκεκριμένη επιχείρηση (πχ τέλος μήνα, ή κάθε δεκαπενθήμερο). Δεν απαιτείται σε καμία περίπτωση η αναγραφή του χρόνου καταβολής του μισθού στην σύμβαση εργασίας.



 Η δήλωση για επίσχεση καλύπτεται από αντίστοιχη δήλωση του συνδικαλιστικού φορέα;




Όχι, η λεγόμενη ομαδική επίσχεση είναι επίσχεση που στηρίζεται σε ισάριθμες δηλώσεις από τους ενδιαφερόμενους μισθωτούς, όπως αναφέρεται παραπάνω.



 Παίζει ρόλο το ότι η ΔΟΕ κάλεσε συναδέλφους να προχωρήσουν σε επίσχεση;




Η ΔΟΕ λειτουργεί σαν μοχλός πίεσης. Κάθε εργαζόμενος φέρει την ατομική του ευθύνη. Πρόκειται για άσκηση ατομικού δικαιώματος ακόμα και όταν ασκείται με την παραπάνω αναφερθείσα μορφή συλλογικά.

* Οι απαντήσεις δόθηκαν από ομάδα δικηγόρων για λογαριασμό του Συντονιστικού Ωρομισθίων - Αναπληρωτών και της Πανελλήνιας Ένωσης Αδιόριστων Εκπαιδευτικών

Αλλαγές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση

Αλλαγές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

κείμενο εργασίας σχετικά με την αναδιοργάνωση της διοικητικής δομής του εκπαιδευτικού συστήματος

Το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, απέστειλε σήμερα, 01/12/2010, κείμενο εργασίας σχετικά με την αναδιοργάνωση της διοικητικής δομής του εκπαιδευτικού συστήματος, στις ομοσπονδίες εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΟΙΕΛΕ), στον Σύλλογο Εργαζομένων και την Ομοσπονδία Υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στα Παιδαγωγικά Τμήματα όλων των Πανεπιστημίων της χώρας, ζητώντας να καταθέσουν τις προτάσεις τους, μέχρι την Παρασκευή, 10/12/2010.


Αναβάθμιση της διοίκησης της εκπαίδευσης


Η υφιστάμενη κατάσταση

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντανακλά τη γενικότερη εικόνα της δημόσιας διοίκησης, η οποία στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό και ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και από την αναποτελεσματικότητα και τις υψηλές περιφερειακές ανισότητες. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα παραμένει, παρά τις όποιες θεσμικές βελτιώσεις, ένα συγκεντρωτικό σύστημα, αφού ελάχιστες ουσιαστικές αρμοδιότητες διοίκησης έχουν μεταφερθεί σε τοπικό-σχολικό επίπεδο. Η εκπαιδευτική πολιτική παράγεται μόνο στην κορυφή της πυραμίδας της διοίκησης (Υπουργείο). Πλήθος εγκυκλίων και νόμων ρυθμίζουν κυρίως κεντρικά και την παραμικρή λεπτομέρεια της λειτουργίας της σχολικής μονάδας, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για την ανάπτυξη δημιουργικών πρωτοβουλιών και στερώντας το σύστημα από την απαραίτητη ευελιξία και προσαρμοστικότητα μέσα σε ταχύτατα μεταβαλλόμενες συνθήκες. Οι παραπάνω διαπιστώσεις ενισχύονται από τη δημιουργία ενός πληθωριστικού και πολύπλοκου συνόλου οργάνων και λειτουργιών με ιδιαίτερες δυσκολίες στην άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας και διαχείρισης.

Άλλα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού συστήματος είναι η πλημμελής επικοινωνία, διασύνδεση και συντονισμός στο εσωτερικό του λόγω των πολλών επιπέδων διοίκησης, ο διεκπεραιωτικός ρόλος των στελεχών και ιδιαίτερα των διευθυντών των σχολικών μονάδων, το γεγονός ότι οι δεσμευτικές κεντρικές αποφάσεις λειτουργούν κάποιες φορές ως άλλοθι αδράνειας, καθώς και η περιορισμένη παιδαγωγική υποστήριξη των εκπαιδευτικών σε επίπεδο σχολικής μονάδας.

Βασικές αρχές και επιδιώξεις

Η αναδιοργάνωση, ο εξορθολογισμός και η αναβάθμιση του συστήματος οργάνωσης και διοίκησης της εκπαίδευσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά, την ιστορία και τις εμπειρίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, την ευρωπαϊκή εμπειρία, αλλά και το σχετικό επιστημονικό – ερευνητικό και εμπειρικό υλικό, με βάση το οποίο έχουν αναπτυχθεί πλούσια κριτική και προτάσεις. Πρέπει επίσης να βασίζεται στις, διεθνώς αποδεκτές ως αποτελεσματικές αρχές της αποκέντρωσης, της υπευθυνότητας, της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της ποιότητας και της οικονομικότητας. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η επίτευξη της αποτελεσματικής λειτουργίας του εκπαιδευτικού μας συστήματος προϋποθέτει:

• Ενίσχυση του επιτελικού και εποπτικού ρόλου του υπουργείου και σαφή προσδιορισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργάνων διοίκησης της εκπαίδευσης. Περιορισμό των επιπέδων διοίκησης και διαμόρφωση απλής και ευέλικτης δομής σε λειτουργική αντιστοιχία με το εκπαιδευτικό σύστημα.

• Αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και ενίσχυση του ρόλου των περιφερειακών δομών διοίκησης της εκπαίδευσης στη λήψη και υλοποίηση σημαντικών αποφάσεων.

• Ενίσχυση της αυτονομίας της σχολικής μονάδας και της δυνατότητάς της να προγραμματίζει, να οργανώνει, να υλοποιεί, να αξιολογεί το έργο της.

• Αποτελεσματικό συντονισμό των δομών και υπηρεσιών στήριξης και επιστημονικής – παιδαγωγικής καθοδήγησης του εκπαιδευτικού έργου και της σχολικής μονάδας.

• Οικονομία μέσων, αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, ολοκλήρωση ηλεκτρονικής σύγκλισης, απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών.

Σε επίπεδο Κεντρικής Υπηρεσίας (ΚΥ), ο οργανισμός του ΥΠ.Π.Δ.Β.Μ.Θ.

αποτελείται από:

 5 Γενικές Διευθύνσεις, 4 Ενιαίους Διοικητικούς Τομείς και 2 Ειδικές Υπηρεσίες

 40 Διευθύνσεις (εκ των οποίων 9 ανεξάρτητες)

 148 Τμήματα και 7 γραφεία.

Το σκεπτικό της αναδιοργάνωσης της ΚΥ βασίζεται στους παρακάτω άξονες:

 Ενίσχυση των Διευθύνσεων στον επιτελικό, σχεδιαστικό και ελεγκτικό τους ρόλο, με παράλληλη αποκέντρωση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων τους.

 Ενοποίηση των υπηρεσιών με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. λειτουργική διάκριση και διαφοροποίηση) στις κατά το δυνατόν λιγότερες οργανικές μονάδες (π.χ. των υπηρεσιών που αντιμετωπίζουν θέματα της Α/θμιας και της Β/θμιας εκπαίδευσης, αυτών που αντιμετωπίζουν θέματα των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ, των υπηρεσιών οικονομικής διαχείρισης, των υπηρεσιών με μελετητικό προσανατολισμό).

 Κατάργηση υπηρεσιών των οποίων οι αρμοδιότητες μεταφέρονται σε

επιτελικούς εποπτευόμενους φορείς ή στο επίπεδο της περιφέρειας.
Σε επίπεδο περιφερειακών δομών, το σύστημα είναι αναπτυγμένο σε τέσσερα επίπεδα (Περιφερειακή διεύθυνση, Διεύθυνση Εκπαίδευσης σε επίπεδο νομού, Γραφείο Εκπαίδευσης σε επίπεδο επαρχίας, και Σχολική Μονάδα).

Στο επίπεδο της περιφέρειας προτείνεται:


Η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης αποτελεί βασικό κύτταρο του εκπαιδευτικού σχεδιασμού, μέσω μεταφοράς αρμοδιοτήτων οι κυριότερες από τις οποίες είναι:

 η εξειδίκευση των εθνικών πολιτικών σε περιφερειακό επίπεδο, η εξειδίκευση και η υλοποίηση των στόχων της εθνικής στρατηγικής για την επιμόρφωση,

 η οργάνωση και η στήριξη των διαδικασιών αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης,

 η λήψη αποφάσεων για την ίδρυση, οργάνωση, προαγωγή, συγχώνευση μεταφορά και μετατροπή σχολικών μονάδων.

Στο επίπεδο του νομού η ύπαρξη δύο επιπέδων διοίκησης καθιστά το σύστημα δυσλειτουργικό, ενώ ο αριθμός των υφισταμένων δομών διοίκησης είναι υπερβολικά μεγάλος (450 δ/νσεις και γραφεία), διαμορφώνοντας ένα εξαιρετικά υψηλό κόστος λειτουργίας (ενοίκια κτιρίων, στελέχη, διοικητικοί υπάλληλοι και αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί). Παράλληλα, το σύστημα επιστημονικής – παιδαγωγικής καθοδήγησης και στήριξης του εκπαιδευτικού έργου απαρτίζεται από στελέχη και δομές (Σχολικούς Συμβούλους, Υπεύθυνους Π.Α, ΠΟΛ, Α.Α, ΓΡΑΣΕΠ, ΓΡΑΣΥΠ, ΚΕΣΥΠ, ΚΕΔΔΥ, ΚΠΕ,Π.Ε.Κ.) που δεν λειτουργούν με ξεκάθαρους όρους, συντονισμένα και συντεταγμένα σε ένα λειτουργικό και ιεραρχικό πλαίσιο με ξεκάθαρο προσανατολισμό στο στόχο.

Προτείνεται:

1. Αναδιοργάνωση, εξορθολογισμός, ενίσχυση και συντονισμός του συστήματος επιστημονικής – παιδαγωγικής καθοδήγησης και στήριξης του εκπαιδευτικού έργου,

2. Σύσταση ενιαίας δομής και υπηρεσιακής λειτουργίας υποστήριξης για την Α/θμια και Β/θμια,

3. Κατάργηση των Γραφείων Α/θμιας και Β/θμιας εκπ/σης και περιορισμός των επιπέδων διοίκησης από 2 σε 1,

4. Ενοποίηση των δομών (διοικητικών και καθοδηγητικών - υποστηρικτικών) που αντιμετωπίζουν κοινά θέματα Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης,

5. Εξορθολογισμός της οργανωτικής δομής των Περιφερειακών Υπηρεσιών και βέλτιστη αξιοποίηση του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού,

6. Βέλτιστη αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων (μείωση των ενοικιαζόμενων κτιρίων που στεγάζουν τις περιφερειακές υπηρεσίες, συστέγαση όπου είναι δυνατό κ.λ.π.).

Στο επίπεδο της Σχολικής Μονάδας, η ενίσχυση της αυτονομίας της και η μετατροπή της σχολικής μονάδας από φορέα με αποκλειστικά εκτελεστικές αρμοδιότητες σε φορέα γόνιμης υποδοχής και συνδιαμόρφωσης της εκπ/κής πολιτικής αποτελεί κεντρική επιδίωξη. Η απόδοση αυξημένης αυτονομίας στις ΣΜ και η αύξηση των αρμοδιοτήτων των διευθυντών των σχολικών μονάδων καθιστά απαραίτητη τη λήψη μέτρων όπως:

• Η ευθύνη των οργάνων να συνοδεύεται με την αντίστοιχη εξουσία για την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων,__ Άρση των επικαλύψεων αρμοδιοτήτων του Δ/ντή με το Σύλλογο Διδασκόντων και τα λοιπά συλλογικά όργανα,

• Επανεξέταση του διδακτικού ωραρίου των διευθυντών των σχολείων,

• Ενίσχυση των ΣΜ με ειδικούς, οι οποίοι θα καλύπτουν ομάδες σχολείων (ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός),

• Απόδοση ουσιαστικού ρόλου και αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε συλλογικά όργανα,

• Εκσυγχρονισμός και ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των συλλογικών οργάνων,

• Ενίσχυση της αυτονομίας των ΣΜ στον προϋπολογισμό και τη διαχείριση των πιστώσεων για λειτουργικές δαπάνες με βάση τις ανάγκες και τον προγραμματισμό της ΣΜ, όπως προκύπτει από τη διαδικασία αυτοαξιολόγησης,

• Εξορθολογισμός ωραρίου εκπ/κών Α/θμιας και Β/θμιας εκπ/σης,

• Ενοποίηση – συγχώνευση ΣΜ,

• Ενίσχυση των θεσμών κοινωνικής λογοδοσίας.

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31-12-2010

Με αφορμή ερωτήματα που διατυπώνονται σχετικά με τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31-12-2010, καθώς και για τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για όσες και όσους θέλουν να αναγνωρίσουν πλασματικό χρόνο υπηρεσίας ώστε να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31-12-2010, σας κοινοποιώ τις επισημάνσεις του ειδικού συνεργάτη της ΔΟΕ Μπαλάγκας Γιάννης:


1. Καμία ενέργεια και καμία δήλωση δεν απαιτείται να γίνει γι αυτούς που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Από τον υπηρεσιακό του φάκελος φαίνεται πότε θεμελίωσε κάποιος συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Επιμονή σε αντίθετη άποψη δείχνει είτε άγνοια της ασφαλιστικής

νομοθεσίας είτε υποκρύπτει οικονομική σκοπιμότητα από επιτήδειους διαφόρων γραφείων.

2. Η εξαγορά των αναγνωριζόμενων υπηρεσιών που προβλέπει ο Ν.3865/2010 δηλ., στρατιωτική θητεία, πλασματικός χρόνος για κάθε παιδί (1 χρόνος για το πρώτο παιδί και 2 χρόνια για κάθε επόμενο παιδί και μέχρι το τρίτο), ο χρόνος σπουδών και ο χρόνος άδειας άνευ αποδοχών ανατροφής παιδιών είτε απαιτούνται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε για την προσαύξηση της σύνταξης, δεν είναι απαραίτητο να γίνει μέχρι 31-12-2010. Όποτε και να γίνει, αν ο χρόνος αυτός είναι απαραίτητος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος μέχρι 31-12-2010, θα υπολογιστεί μέχρι την ημερομηνία αυτή. π.χ μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων που συμπληρώνει μέχρι 31-12-2010 23 χρόνια υπηρεσίας για να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (25ετία) και να μπορεί να αποχωρήσει σε ηλικία 50 ετών, θα χρειαστεί να εξαγοράσει 2 έτη πλασματικού χρόνου για τα παιδιά. Η αναγνώριση αυτή δεν είναι απαραίτητο να γίνει μέχρι 31-12-2010. Μπορεί να γίνει όποτε θελήσει και θα θεωρηθεί ότι θεμελίωσε συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31-12-2010. Αν δε ζητήσει όμως ποτέ αναγνώριση αυτού του πλασματικού χρόνου, θα θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα το 2012 ,οπότε τότε θα απαιτείται η συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας, εφόσον κατά τη συμπλήρωση της 25ετίας υπήρχε ανήλικο παιδί. Τρίτεκνος πατέρας που συμπληρώνει μέχρι 31-12-2010 18 έτη υπηρεσίας, χρειάζεται 2 έτη για να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ( 20ετία) και να μπορεί να αποχωρήσει από το 2011 και μετά σε ηλικία 52 ετών με 21 όμως έτη υπηρεσίας.

Μπορεί να ζητήσει εξαγορά τουλάχιστον 2 ετών στρατιωτικής θητείας ή πλασματικού χρόνου για τα παιδιά. Η αίτηση για εξαγορά μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της σταδιοδρομίας του και να θεωρείται ότι θεμελίωσε συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31-12-2010. Διευκρινίζουμε ότι το δικαίωμα της ανηλικότητας των παιδιών με 25ετία για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όπως και το δικαίωμα της τριτεκνίας με 20ετία ισχύει και για τους δύο γονείς δημοσίους υπαλλήλους με τη διαφορά ότι τα δικαιώματα αυτά για τους πατέρες υπαλλήλους έχουν εφαρμογή από 1-1-2011 και μετά με τα όρια ηλικίας που προβλέπειο Ν.3865/2010.

Σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας «Τα Νέα», 17- 11- 10, Δεκάδες χιλιάδες είναι οι ασφαλισμένοι και οι ασφαλισμένες που γλιτώνουν από τις ανατροπές τις οποίες φέρνει στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και στις συντάξεις το νέο Ασφαλιστικό που θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1/1/2011.

Οι κατηγορίες αυτές των ασφαλισμένων είναι οι παρακάτω:

1. Σε όσα ασφαλιστικά ταμεία προβλέπεται συνταξιοδότηση με 35 χρόνια ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας το δικαίωμα αυτό διατηρείται αφού ήδη έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (Δημόσιο, τράπεζες, ΔΕΚΟ, εργαζόμενοι στα ΜΜΕ). Για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες ακολουθούνται τα όρια που προβλέπονται και για τους μετά την 1/1/1983 ασφαλισμένους. Υπάρχει βέβαια ο περιορισμός του συντελεστή αναπλήρωσης της σύνταξης για κάθε έτος ασφάλισης στο 2% από 1/1/2013.

2. Όσοι θεμελιώνουν έως 31/12/2010 συνταξιοδοτικό δικαίωμα δεν θίγονται από τις αλλαγές που αρχίζουν από το 2011. Διευκρινίζεται ότι όλες οι αλλαγές στα όρια ηλικίας αναφέρονται μόνο σε όσους δεν θα έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2010. Επισημαίνεται ότι η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος επέρχεται μόνο με τη συμπλήρωση των κατά περίπτωση απαιτούμενων συντάξιμων ετών. Αντίθετα, η συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας δεν επιδρά στη θεμελίωση. Η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προσδιορίζει μόνο τον χρόνο έναρξης καταβολής της σύνταξης. Κατά συνέπεια, όσοι θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2010 «κλειδώνουν» τα σημερινά όρια ηλικίας και μπορούν να παραμείνουν στη εργασία όσο χρόνο επιθυμούν χωρίς δυσμενείς συνέπειες. Ειδικότερα για τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υπήρξε μία σημαντική νομοθετική παρέμβαση η οποία προβλέπει ότι οι ασφαλισμένοι που συμπληρώνουν τα απαιτούμενα συντάξιμα έτη συνταξιοδοτούνται με τα όρια ηλικίας που προβλέπονται κατά τον χρόνο συμπλήρωσης των συντάξιμων ετών και όχι με τα ηλικιακά όρια που θα ισχύσουν κατά τον χρόνο που θα επιλέξουν να συνταξιοδοτηθούν. Με βάση αυτήν τη ρύθμιση κατοχυρώνονται οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που μπορούν, κατά συνέπεια, να παραμείνουν στην εργασία ώστε να ασφαλιστούν για περισσότερα χρόνια και να δικαιούνται υψηλότερη σύνταξη.

3. Με διάταξη του νέου ασφαλιστικού νόμου (3865/2010) για την 25ετία γλιτώνουν χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι από τις ανατροπές στο Ασφαλιστικό από την 1-1-2011. Όσοι δημόσιοι υπάλληλοι ασφαλισμένοι από 1.1.1983 έως 31-12-1992 συμπληρώνουν 25 έτη ασφάλισης μέχρι τις 31/12/2010, θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα και δεν επιβαρύνονται με πρόσθετα (έως 15)έτη ασφάλισης ή με μείωση της σύνταξής τους με τον νέο τρόπο υπολογισμού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με 35 έτη ασφάλισης και όριο ηλικίας τα 58 χρόνια ή με 37 έτη ασφάλισης χωρίς όριο ηλικίας. Μάλιστα στην25ετία υπολογίζεται και η προϋπηρεσία σε άλλα Ταμεία, εκτός Δημοσίου. Επιπρόσθετα η μεγάλη αυτή κατηγορία των ασφαλισμένων δημοσίων υπαλλήλων (25ετία ασφάλισης στις 31.12.2010) εκτός από τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα γλιτώσουν και από τη μείωση της σύνταξης λόγω του νέου υπολογισμού της.

4. Διατηρούν το δικαίωμα συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ γυναίκες με ανήλικα παιδιά (στα 55 για πλήρη και στα 50 με μειωμένη, αντί για τα 65και 60), εφόσον μέχρι τις 31/12/2010 συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις (5.500 ημέρες ασφάλισης), ανεξάρτητα αν έχουν και σήμερα ανήλικο παιδί. Μάλιστα έως και 30% μπορούν να αυξήσουν τη σύνταξή τους όσες γυναίκες ασφαλισμένες στο ΙΚΑ συνταξιοδοτήθηκαν μέσα στο 2010 με μειωμένο ποσό ενώ είχαν από τις 15 Ιουλίου (ημερομηνία δημοσίευσης του νέου ασφαλιστικού νόμου) τη δυνατότητα να λάβουν πλήρη σύνταξη με το καθεστώς των μητέρων με ανήλικα: δηλαδή,είχαν κατά το παρελθόν τουλάχιστον 5.500 ένσημα και ανήλικο παιδί. Για τις περιπτώσεις που έχουν ήδη εκδοθεί συνταξιοδοτικές αποφάσεις, εφόσον η αίτηση συνταξιοδότησης είχε υποβληθεί πριν απότις 15/7/2010, απαιτείται η υποβολή αίτησης από τις ενδιαφερόμενες για ανάκληση της συνταξιοδοτικής απόφασης, με έντοκη επιστροφή των ήδη καταβληθεισών συντάξεων και έναρξη καταβολής από την ημερομηνία υποβολής της νέας αίτησης. Η έκδοση νέας συνταξιοδοτικής απόφασης, με χρήση της ευνοϊκότερης διάταξης, συμφέρει σε κάθε περίπτωση μακροπρόθεσμα την ασφαλισμένη αφού θα λάβει πλήρη σύνταξη σε ηλικία 55 ετών και όχι μειωμένη στην ίδια ηλικία: Παράδειγμα: Γυναίκα που έχει συνταξιοδοτηθεί τον Απρίλιο στα 55αντί στα 60, εφόσον είχε ανήλικο παιδί, μπορεί να συνταξιοδοτηθεί στα 55 με πλήρη σύνταξη υποβάλλοντας αίτηση ακύρωσης της προηγούμενης συνταξιοδοτικής απόφασης και έκδοσης νέας. Οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβλήθηκαν πριν από τις 15/7/2010 μπορούν να κριθούν, σύμφωνα με την εγκύκλιο, με έναρξη συνταξιοδότησης τις 15/7/2010, εφόσον συναινούν οι ενδιαφερόμενες.

Τι ισχύει για τις συντάξεις χηρείας στο δημόσιο

ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ στον τρόπο καταβολής αλλά και στο ύψος της σύνταξης που παίρνει ο επιζών σύζυγος μετά τον θάνατο ασφαλισμένου στο Δημόσιο από τον Ιούλιο του 2010 και εφεξής προβλέπει εγκύκλιος που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών. Με την ίδια εγκύκλιο δίδονται οδηγίες για την εφαρμογή του πρόσφατου ασφαλιστικού νόμου που αφορά τους δημοσίους

υπαλλήλους και συγκεκριμένα για θέματα συνταξιοδότησης επιζώντων συζύγων, απασχόλησης συνταξιούχων και συνταξιοδότησης αιρετών οργάνων.

1. Για τις συντάξεις των επιζώντων συζύγων, ξεκαθαρίζεται ότι από 21/07/2010 και μετά επιμηκύνεται ο χρόνος διάρκειας του έγγαμου βίου που λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο προκειμένου να δικαιωθεί σύνταξη ο επιζών σύζυγος σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου του Δημοσίου, γενικά, ή υπαλλήλου που υπάγεται στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου καθώς και εν ενεργεία στρατιωτικού. Ειδικότερα, ο επιζών σύζυγος δικαιούται

σύνταξη: n εάν ο γάμος τελέστηκε πριν από τη συνταξιοδότηση του θανόντος, εφόσον ο θάνατος επήλθε μετά την πάροδο τριών ετών από την τέλεση του γάμου και ή εάν ο γάμος τελέστηκε μετά τη συνταξιοδότηση του θανόντος, εφόσον ο θάνατος επήλθε μετά την πάροδο πέντε ετών από την τέλεσή του.

2. Περιορισμοί στις συντάξεις των εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχων του Δημοσίου που αναλαμβάνουν εργασία ως μισθωτοί εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή αυτοαπασχολούνται. Επεκτείνονται και στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου περιορισμοί που αφορούν στην καταβολή της κύριας σύνταξης στις περιπτώσεις που οι συνταξιούχοι αναλαμβάνουν εργασία ως μισθωτοί ή αυτοαπασχολούνται.